Εποχή COVID-19: Για την ανάγκη μιας παύσης στη συνεχώς απαιτητική ακαδημαϊκή εργασία


          Τον τελευταίο διάστημα βρισκόμαστε αντιμέτωπες με μία ακόμα «κρίση», αυτή τη φορά με τη μορφή μιας πανδημίας για την υγειονομική διαχείριση της οποίας επιβλήθηκαν πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα, όπως η κοινωνική απομάκρυνση, η στενή αστυνόμευση των μετακινήσεων μας, αλλά και η προσωπική ευθύνη να «Μένουμε σπίτι» σε έναν αυτοεπιβαλλόμενο εγκλεισμό. Η επίδραση, όμως, αυτής της καινούργιας συνθήκης στην καθημερινότητα μας, έχει άνισες και διαφοροποιημένες εκφάνσεις. Όσον αφορά το πεδίο της ακαδημαϊκής παραγωγής γνώσης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η κρίση του COVID19 συνοδεύεται από μια συνολική μετατόπιση προς την εντατικοποιημένη ψηφιοποίηση των παιδαγωγικών, γνωστικών, και ερευνητικών (μας) εργαλείων, η οποία εντείνει την επισφάλεια που βρισκόμασταν με τρόπο ξαφνικό και βίαιο. 

        Φαινομενικά, η συμμετοχή μας στην παραγωγή της γνώσης αποτελεί ένα προνομιακό πεδίο εργασίας, καθώς οι κίνδυνοι μόλυνσης είναι περιορισμένοι. Σε αντίθεση με τους «απαραίτητους» εργαζόμενους στα νοσοκομεία ή στις μεταφορές και τη διακίνηση, που διακινδυνεύουν καθημερινά τη ζωή τους, εμείς απολαμβάνουμε την υποτιθέμενη «άνεση» και «ασφάλεια» των ιδιωτικών μας χώρων. Σ’ αυτή τη συνθήκη, όμως, του περιορισμού στον οικιακό χώρο που βιώνεται διαφορετικά από την καθεμιά μας, καλούμαστε να παράγουμε ατομικά, και χωρίς παύση, προϊόντα γνώσης που ολοένα και περισσότερο αυξάνει η ζήτησή τους: Ηλεκτρονικά μαθήματα, εκθέσεις ερευνητικών προγραμμάτων, διαδικτυακά σεμινάρια και εργαστήρια, αλλά και ψηφιακό υλικό κάθε είδους, που διαδίδονται σαν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αναπαραγωγής της αίσθησης της κανονικότητας, σαν όλα να συνεχίζονταν όπως και πριν. Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν πρέπει να αναβληθούν, οι εξεταστικές δεν πρέπει να χαθούν, τα παραδοτέα δεν πρέπει να καθυστερήσουν. Παρόλο που οι προσπάθειές μας καταλήγουν συχνά να είναι αμφίβολης ποιότητας λόγω της έλλειψης προετοιμασίας και εκπαίδευσης στις ψηφιακές πλατφόρμες, της ψυχολογικής πίεσης, αλλά και της ανεπάρκειας βασικών τεχνολογικών υποδομών, η διαδικτυακή εργασία μας παρουσιάζεται σαν κομμάτι της «εθνικής προσπάθειας» για την καταπολέμηση του ιού, σαν όλες να δουλεύουμε με τους ίδιους όρους, σαν η επισφάλεια σε αυτή την έκτακτη περίσταση να μη μετράει, σαν να είναι άλλη μια λεπτομέρεια στη γενικότερη κατάσταση εξαίρεσης. 

        Η καινούργια αυτή συνθήκη δεν αφορά, όμως, μόνο το πεδίο γνώσης και εκπαίδευσης σε σχέση απλά με μια αναδυόμενη ανάγκη αφομοίωσης νέων τεχνικών και τεχνολογιών. Τα χαρακτηριστικά της, μαζί με τις πολιτικές της απομάκρυνσης και απομόνωσης που εμπεριέχει, αφορούν την επιβολή μιας διαφορετικής κοινωνικής σχέσης ανάμεσα στις εργαζόμενες και τους εργοδότες. Ο ιδιωτικός χώρος του σπιτιού ήταν βασικό κομμάτι της εργασιακής καθημερινότητάς για πολλές και πολλούς επισφαλείς και πριν την πανδημία, ακριβώς επειδή η ίδια η προσωρινότητα της εργασίας μας στερεί συχνά και την πρόσβαση σε γραφεία και χώρους εργασίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ωστόσο, η αναγκαστική απομόνωση στο σπίτι (ένα χώρο που διαφέρει τόσο υλικά, όσο και κοινωνικά από άτομο σε άτομο) χρησιμοποιείται σήμερα ως εργαλείο για τη διεύρυνση της μη διαφοροποίησης μεταξύ του χώρου εργασίας και του ποιοτικά διαφοροποιημένου χρόνου.

       Η «κανονικότητα», λοιπόν, που προάγεται προοικονομεί ότι ο χρόνος εργασίας έρχεται να καταλάβει ολόκληρη τη ζωή. Χωρίς να αμειβόμαστε για την επιπλέον ψηφιακή εργασία και χωρίς τα κατάλληλα ψηφιακά υλικά, καλούμαστε να επενδύσουμε συναισθηματικά στα διαδικτυακά προϊόντα της εργασίας μας διευρύνοντας τα ωράρια μας χωρίς περιορισμούς και χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας. Με τη δικαιολογία του περιορισμού στο σπίτι, της διαρκούς συνδεσιμότητας, αλλά και του πατριωτικά επενδυμένου προτάγματος συμμετοχής στον «πόλεμο κατά του κορονοϊού», έχουμε πλέον χάσει κάθε δυνατότητα να διατηρούμε στοιχειώδη ωράρια. Ακόμα και όταν αρρωσταίνουμε από τον ιό, από την κούραση, ή από την πολύωρη παραμονή μπροστά στις οθόνες, βρισκόμαστε σε διαρκή πίεση να παράγουμε για να εξασφαλίσουμε τη μελλοντική μας επιβίωση. Διότι, για τις επισφαλείς εργαζόμενες, κάθε στιγμή παραγωγής είναι παράλληλα μια παροντική διαδικασία, η οποία επιβεβαιώνει τη συμμετοχή στην ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά και μια προσπάθεια δημιουργίας ενός αβέβαιου μέλλοντος. Τη στιγμή που θα θέλαμε να κάνουμε μια παύση, για να μπορέσουμε ν’ αφουγκραστούμε και να καταλάβουμε όσα εκτυλίσσονται, ν’ αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας και να φροντίσουμε τους αγαπημένους μας ανθρώπους (παιδιά, γονείς, φίλους και φίλες), αλλά και τους/τις εαυτούς μας, είμαστε αναγκασμένες να συνεχίσουμε να παράγουμε παραδοτέα και μαθήματα, καταθέτοντας παράλληλα αιτήσεις για ερευνητικά προγράμματα και θέσεις διδασκαλίας με την ελπίδα να εξασφαλίσουμε ότι θα παραμείνουμε εργαζόμενες. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας κατάστασης είναι ανεπίτρεπτο, αν όχι απαράδεκτο, να μας ζητάται από τους υπεύθυνους των προγραμμάτων μας ή τα χρηματοδοτικά ιδρύματα να συνεχίσουμε να είμαστε όχι μόνο το ίδιο, αλλά και ακόμα περισσότερο παραγωγικές λες και «δεν τρέχει τίποτα». Να παλεύουμε για παρατάσεις και να διαπραγματευόμαστε λίγη ενσυναίσθηση.

        Δεν πιστεύουμε ότι η συνθήκη αυτή είναι εφήμερη, αλλά ούτε και μη-αναστρέψιμη. Δεν πιστεύουμε, επίσης, ότι είναι μονόδρομος: οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν – παρά τα εγγενή σφάλματα και τις ελλείψεις τους – να ανοίξουν δυνατότητες αλληλέγγυων, διαδραστικών και ανοικτών μορφών παραγωγής γνώσης. Από την άλλη, οι αλλαγές που φέρνει η χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών εκπαίδευσης συντελούνται, ολοένα και περισσότερο, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διαδικασίας εδραίωσης και επέκτασης του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου πανεπιστημίου. Εκεί όπου η γνώση δεν παράγεται ως κοινό αγαθό αλλά ως καταναλωτικό προϊόν, του οποίου η αξία καθορίζεται από τη δυνατότητα παγκοσμιοποιημένης διακίνησης του. Οι ψηφιακές τεχνολογίες συμβάλλουν τόσο στην παραγωγή on-line προγραμμάτων διδασκαλίας, τα οποία στοχεύουν στην παγκόσμια προσφορά διαρκώς ανανεώσιμων προϊόντων προς δια βίου κατανάλωση, όσο και ερευνητικών προγραμμάτων, τα οποία υπακούουν στην αυστηρή λογική των logistics της γνώσης, εντείνοντας τη διαρκή αξιολόγηση στη βάση αλγορίθμων που ιεραρχούν την ποιότητα και ποσότητα των δημοσιεύσεων, των ερευνητών, αλλά και των θεσμών σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρόλο που υπήρξαν πολλές αντιστάσεις στην επιβολή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, κυρίως ως προς την επιβολή διδάκτρων και την αξιολόγηση των διδασκόντων, το μοντέλο αυτό έχει κυριαρχήσει και αποτελεί προϋπόθεση για την ολοένα διευρυνόμενη επισφαλή διδακτική και ερευνητική εργασία στα Ελληνικά πανεπιστήμια.  

        Αντιλαμβανόμενες τον διττό χαρακτήρα των ψηφιακών εργαλείων, ως εργαλεία (δια)σύνδεσης, αλλά και ως συστήματα επιβολής σχέσεων εξουσίας, στόχος μας δεν είναι να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, σε αυτό που υπήρχε πριν. Δηλαδή, σε μια κρατικά ελεγχόμενη παραγωγή γνώσης που διέπεται από τις ακαδημαϊκές ιεραρχίες του δημοσίου και τις άνισες σχέσεις εξουσίας μεταξύ μόνιμου προσωπικού και επισφαλών. Ωστόσο, ούτε και προσβλέπουμε στις φαινομενικά πιο χαλαρές και «ανοιχτές» πρακτικές παραγωγής γνώσης για την έρευνα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, που καθορίζονται κατά κανόνα από πολιτικές προτεραιότητες των logistics της παραγωγικότητας της γνώσης. 

        Η επιθυμία μας μέσα σε αυτή τη συνθήκη αφορά το χρόνο. Χρειαζόμαστε μια παύση που θα μας επιτρέψει να αναστοχαστούμε με αφορμή την παρούσα συνθήκη, αλλά και να τοποθετηθούμε μέσα σε αυτή. Η παύση δεν πρέπει να ιδωθεί ως αντικοινωνική ή ως αντιπαραγωγική. Αντιθέτως, πρέπει να τη δούμε ως μια διαδικασία που δεν αναπαράγει το σύγχρονο καπιταλιστικό μοντέλο συνεχούς παραγωγής και ροής προς κατανάλωση, αλλά αντιπαραβάλει  διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. Μια ζωή, δηλαδή, λιγότερο «κανονική», που να ταιριάζει με το εξαιρετικό της περίστασης, όσο και αν επιχειρείται μια άρον άρον επιστροφή στην κανονικότητα.

        Μια ζωή που ν’ ακολουθεί ρυθμούς που συντονίζονται με τις ανάγκες μας και τις ανάγκες όλων όσων μας περιβάλλουν. Η παύση που θέλουμε είναι, πάνω απ’ όλα, μια προτροπή για στάση. Μια ηθική στάση απέναντι στους/στις συναδέλφους/φισσες, τους/τις συντρόφους/φισσες και τις οικογένειές μας, αλλά και μια προσπάθεια να σχετιστούμε διαφορετικά με τους γύρω μας. Μια στάση που είναι ταυτόχρονα, η προσπάθεια να εναρμονιστούμε με έναν ρυθμό παραγωγής σύμφωνο με τις βασικές μας ανάγκες, αλλά και ο τρόπος αντίστασης και αντίδρασης στην καινούργια αυτή επιβαλλόμενη συνθήκη. 

precademics – Μάιος 2020

 

Κάλεσμα Ανταλλαγής Εμπειριών για την Επισφάλεια στην Ακαδημαϊκή Έρευνα και τη Διδασκαλία

Σε μια προσπάθεια να ανοίξουμε τη συζήτηση σχετικά με την επισφάλεια στην έρευνα και τη διδασκαλία στέλνουμε κάλεσμα για την ανταλλαγή εμπειριών, απόψεων, ιδεών και στρατηγικών. Έχουμε πολλά να μοιραστούμε σχετικά με το πώς μας επηρεάζει αυτή η συνθήκη στο παρόν και πώς θα μας επηρεάσει σε βάθος χρόνου. Όλοι και όλες βλέπουμε την κατάσταση στην ακαδημία να μεταλλάσσεται ριζικά. Αυτές οι μεταλλάξεις και ανακατατάξεις ισχυροποιούν τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας και εντείνουν την επισφάλεια. Και παρόλο που είναι κοινές, δε μας επηρεάζουν όλες και όλους με τον ίδιο τρόπο.

Έχουμε, λοιπόν, την ανάγκη να καταγράψουμε, να καταλάβουμε αλλά και να στηρίξουμε η μία την άλλη, ακόμη και αν δυσκολευόμαστε μιας και η επισφάλεια μας απομονώνει και μας εξατομικεύει. Κάτω από την εργασιακή πίεση σε όλο και εντεινόμενες συνθήκες επισφάλειας και απαιτήσεις για (περαιτέρω) ψηφιοποίηση των κοινωνικών μας σχέσεων, προσπαθούμε να προλάβουμε παραδοτέα, αιτήσεις και μαθήματα που τρέχουν, σε τέτοιο βαθμό που να μην έχουμε πια το περιθώριο να σταματήσουμε, να κάνουμε μια παύση και να δράσουμε συλλογικά.

Θα θέλαμε να καλέσουμε όσες και όσους μπορούν και θέλουν να σταματήσουν για λίγο, να μοιραστούν ατομικές αλλά και συλλογικές εμπειρίες, ιδέες, συναισθήματα, φόβους, επιθυμίες και στρατηγικές επιβίωσης γύρω από την επισφαλή εργασία στην έρευνα και τη διδασκαλία. Οι συνεισφορές μπορεί να είναι σε μορφή γραπτού κειμένου, βίντεο, εικόνας, ή ήχου – σύντομες και ει δυνατόν χωρίς “τεχνική” γλώσσα. Μπορεί να αφορούν το παρόν, το παρελθόν, ή το μέλλον, να έχουν γενικό χαρακτήρα ή να σχολιάζουν την παρούσα συνθήκη που βιώνουμε με τον COVID-19. 

Σκοπός μας είναι να φτιάξουμε ένα “ημερολόγιο” από εμπειρίες και βιώματα, αλλά και να ξεκινήσουμε την από κοινού διαμόρφωση ενός οδηγού επιβίωσης για τις μέρες που έρχονται. Το υλικό αυτό θα ανέβει στην ιστοσελίδα των Precademics (https://precademics.espivblogs.net/) ανώνυμα ή με υπογραφή (ανάλογα με τις επιθυμίες των συγγραφέων), καθώς και στη σελίδα μας στο Facebook.

Στείλτε τις συνεισφορές σας στο email της ομάδας (precademics.gr@gmail.com), αναφέροντας αν προτιμάτε να δημοσιευτεί ανώνυμα ή επώνυμα.

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς 

Precademics

Precademics 85.42.1: Special Issue on Pervasive Labour Union #14

Editors’ Note

Welcome to the third special issue of the Pervasive Labour Union zine, Precademics 85.42.1! This issue, prepared by the collective of the same name, brings experiences of precarity in Greek academia to the fore.

As a collective, Precademics 85.42.1 seeks to politicize anger, frustration and pain – the emotions accompanying the precarization of the working conditions of many ‘young’ academics in Greece. The austerity policies imposed as a result of the Troika (ECB, European Commission and the IMF) memoranda left lasting effects in Greek academia, where precarity is now the norm. While the Greek university has managed to remain public and free of fees, as provisioned by Article 16 of the Greek Constitution, Precademics 85.42.1 ask: at whose expense? For while it is vital that education remains free, a truly public University cannot and must not be built on neoliberal tenets that spell job insecurity for the many.

Isabel Llorey writes that precarization “embraces the whole of existence”. Perusing the personal accounts published on this issue, that whole-encompassing character runs through like a connecting thread: the inability to form stable relationships, the difficulty to look ahead and plan for the future and the accumulation of debt due to delays or lack of payment are just some of the ways that job instability seeps into other aspects of these academics’ lives. These experiences seem to echo Ned Rossiter and Brett Neilson’s assertion that precarity’s reference “(…) also extends beyond the world of work to encompass other aspects of intersubjective life, including housing, debt, and the ability to build affective social relations”.

Frequently, however, precarious academics find it hard to find a voice. Their survival in academia is mostly dependent on securing external funds, leading these academics to work on a project-basis. This materiality gets opposed to the loftiness of higher education, and precarious academics enter difficult and stressed power relations with their tenure-track colleagues. Internalisation of this distance makes them question their legitimacy as real academics. Moreover, attempts to call into question their working conditions often get misconstrued as a neoliberal attack on the public character of the university. These reasons, allied to the necessity of keeping good relations with elected colleagues, as precarious academics’ presence in universities is often dependent on them, make speaking up about their situation highly challenging.

On the second special issue of the zine, “The Entreprecariat”, editor Silvio Lorusso asked: “Or should insecurity itself become a paradoxically stable ground in which to build social cohesion?”. To this question, Precademics 85.42.1 respond with a resounding yes, as there is an urgent need to challenge the silence to which their struggles have been relegated.

All contributions to the zine, unless otherwise specified, are licensed under the GNU Free Documentation License 1.3.

Read the special issue online here >>>>

or download the pfd file here >>>>

or here: 14 – Special Issue_ Precademics 85.42.1 >>>>

 

Towards different labor regimes for the precarious of Greek universities

We, the precarious of the Greek universities, have remained invisible for several years struggling to survive, to produce research and to teach in the most transient, solitary and fragmented ways. During the infamous period of the so-called “Greek debt crisis” and austerity, we have experienced even more intensely the condition of precarity as it spread and became institutionalized in the context of financial cuts and strict limitations to public sector recruitment. However, as time goes by our numbers increase and we become more and more permanently present, contributing to knowledge production in Greece in many different ways. Our precarity is no longer a temporary deviation in education due to “crisis” but the normality of the Greek university; one that declares itself to be“public” and calls upon us to defend it, at the same time it places against us the most “flexible” structures, conditions and labor expectations, while simultaneously preserving bureaucratic imperatives and regimes of “exceptional” relations.

This condition of precarity cannot be differentiated from the “new” opportunities on offer to supply our knowledge and skills to various cultural and research institutions. On the contrary, they intensify the principles of the market and by extension our own precarity. We participate wherever we are invited – in talks, workshops, public actions etc. – in an attempt to become visible, to be relevant, to show that we are productive, to preserve our support networks. All these activities are considered as “gifts” in a regime of complete precarity and, indeed, none of these institutions views our work as worthy of payment. The time, the effort, the knowledge production, the investment in our social relations – fragmented and lonely endeavors presented as achievements; that is the unpaid labor that constitutes the new type of the utilized university worker.

The state programs for the “Acquisition of Academic Teaching Experience” in Greek universities showed up in this regime of precarity in order to cover the teaching needs created due to permanent academic staff shortages. As many other programs of this type, they do not recognize our labor as payable work, neither do they recognize the normalization of our precarity. Indicated by their title, they appear as a seemingly temporary, well-meaning and generous “offer” to all of us; a unique opportunity to develop our CVs differently. This wonderful picture works precisely because it obscures the fact that our participation in the public production of knowledge is carried out with lower labor costs and through our complete dependence on the bureaucratic services of the Universities’ Special Account for Research Funds that utilize our payments for their own (questionable) needs of balanced budgeting; it works since it is carried out by containing our labor rights.

The calls for the above programs are announced late and notices of selection are publicized in an equally slow pace. They are short-term and our investment in teaching is not secured; let alone our integration into the university. The cost of transport and accommodation is in no way compensated especially when we are paid six and seven months after the start of our work – having already endured these expenses personally on a daily basis. These “technical” details illustrate the devaluation of our lives and our work, and it is only a part of the working conditions that the researchers, lecturers and fellows in Greek higher education institutions share.

We live in a state of constant anxiety for our everyday survival; for the preservation of our academic bonds to which we systematically invest; about the preparation of our courses that will already be incomplete; about whether we will be in the same teaching rooms the following year, especially when our time to prepare for the future is consumed by academic and writing responsibilities. Such academic conditions frustrate our labor and sever our bonds from departments, colleagues and students. No educator in any educational level can ever in such conditions produce work that creates long-term relations.

We identify with our teaching and research, and we demand the visibility of our labor and the precarious conditions in which it is carried out. The non-recognition of our rights makes it much more difficult and limits our ability to produce research and create publications as we ought to. For many of us, the only option is to work in multiple programs, in seasonal or ephemeral positions, within or outside of the university, devaluing our everyday life and quality of our work. We cannot and do not want to be invisible anymore. We witness our lives being consumed in an on-going antagonism for determining which one of us will be more capable or lucky to get the “anointing” or to preserve “exceptional” relations, in order to pass to the other side, the one of permanent employment in the university, while the rest of us will continue to be precarious until the system washes us out because of age.

We demand:

  1. Payment for participation in all educational/ cultural events
  2. Special employment status for researchers and contract lecturers
  3. To exempt scholarships and research positions from the state VAT
  4. At last fellows, researchers and contract lecturers be paid on a monthly basis
  5. More inclusive participation status for decision making in university departments.

The institutionalization of precarity in the Greek university by way of expanding and legitimizing this “freelancing” regime in teaching and research contributes to the degradation of the public character of education. At the same time, this degradation is concealed in rhetoric about “defending” the public character of the University – which indeed we also ought to do. We are skeptical towards such rhetoric when it introduces through our bodies the harshest neoliberal (re)forms – which makes even more crucial the question: What kind of University do we want?

Why should we accept a University that produces segregated categories of workers when they do exactly the same job? Like our full-time colleagues, we are not freelancers, we do not own companies, and we do not consider our students as clients. The public university requires political imagination from all of us. Our call is to create in common different labor regimes that recognize and ensure our contribution in the production of knowledge.

85.42.1

Precarious academics of the Greek universities

Για άλλα εργασιακά καθεστώτα για τους/ τις επισφαλείς των ελληνικών πανεπιστημίων

Εμείς, οι επισφαλείς εργαζόμενες των Πανεπιστημίων παραμείναμε για πολλά χρόνια αόρατες προσπαθώντας να επιβιώνουμε και να παράγουμε ερευνητικό και διδακτικό έργο εφήμερα, ιδιωτικά και αποσπασματικά. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και της λιτότητας βιώσαμε ακόμα πιο έντονα τη συνθήκη της επισφάλειας καθώς αυτή διευρύνθηκε και θεσμοθετήθηκε στο πλαίσιο των δημοσιονομικών περικοπών και του αυστηρού περιορισμού των προσλήψεων στο δημόσιο. Καθώς περνούν τα χρόνια, όμως, γινόμαστε όλο και πιο πολλές, όλο και πιο μόνιμα παρούσες, προσφέροντας με διαφορετικούς τρόπους στην πανεπιστημιακή έρευνα και διδασκαλία στην Ελλάδα. Η επισφάλειά μας δεν είναι πια μια προσωρινή παρέκκλιση αλλά η κανονικότητα του ελληνικού Πανεπιστημίου· ενός Πανεπιστημίου που δηλώνει «δημόσιο» και μας καλεί να το υπερασπιστούμε, όταν εισάγει εις βάρος μας τις πλέον «απελευθερωμένες» συνθήκες εργασίας, ενώ, συγχρόνως, συντηρεί αναχρονιστικές γραφειοκρατικές δομές και καθεστώτα «προνομιακών» σχέσεων.

Αυτή η συνθήκη επισφάλειας δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις «νέες» ευκαιρίες προσφοράς των γνώσεων και δεξιοτήτων μας στα διάφορα πολιτιστικά και ερευνητικά ιδρύματα. Απεναντίας, εντατικοποιεί τις αρχές της αγοράς και κατ’ επέκταση την επισφάλειά μας. Συμμετέχουμε όπου μας καλούν –ομιλίες, εργαστήρια, δημόσιες δράσεις κ.α.– προσπαθώντας να παραμείνουμε ορατές, να δείξουμε ότι παράγουμε έργο, να συντηρούμε τα δίκτυα υποστήριξής μας. Όλα αυτά θεωρούνται δώρα σε ένα καθεστώς πλήρους επισφάλειας και, κατά συνέπεια, κανένα από τα δεκάδες ιδρύματα αυτά δεν θεωρεί ότι πρέπει να μας πληρώσει. Ο χρόνος, ο κόπος, η παραγωγή γνώσης, η επένδυση σε κοινωνικές σχέσεις, η παρουσίαση ενός «καλοπροαίρετου» εαυτού –κατακερματισμένες και μοναχικές δραστηριότητες που παρουσιάζονται ως επιτεύγματα– είναι η απλήρωτη εργασία που συγκροτεί τον νέο τύπου του αξιοποιήσιμου εργαζομένου στο πανεπιστήμιο.

Τα προγράμματα «Απόκτησης Ακαδημαϊκής Διδακτικής Εμπειρίας», εμφανίστηκαν σε αυτό ακριβώς το καθεστώς επισφάλειας για να καλύψουν τις διδακτικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν λόγω των ελλείψεων σε μόνιμο προσωπικό. Και όπως πολλά άλλα προγράμματα αυτού του τύπου, δεν αναγνωρίζουν την εργασία μας ως μισθωτή εργασία, ούτε φυσικά το γεγονός της κανονικοποίησης της επισφάλειάς μας. Όπως δηλώνει ο τίτλος τους, εμφανίζονται ως μια φαινομενικά προσωρινή, καλοπροαίρετη και γενναιόδωρη «προσφορά» προς όλες μας· μια μοναδική ευκαιρία να αναπτύξουμε αλλιώς το βιογραφικό μας. Αυτή η υπέροχη εικόνα λειτουργεί επειδή κρύβει το γεγονός ότι η συμμετοχή μας στην δημόσια παραγωγή γνώσης συντελείται με χαμηλότερο εργασιακό κόστος· συντελείται μέσω της πλήρους εξάρτησής μας από τις γραφειοκρατικές υπηρεσίες των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) που διαχειρίζονται τις αμοιβές μας για τις ανάγκες ισολογισμού των πανεπιστημίων· λειτουργεί επειδή συντελείται μέσω της ανάσχεσης της δυνατότητας υπεράσπισης των εργασιακών μας δικαιωμάτων.

Τα «Προγράμματα» προκηρύσσονται αργά και εξίσου αργά ενημερωνόμαστε για την επιλογή μας. Είναι βραχυπρόθεσμα και δεν εξασφαλίζεται η επένδυση που κάνουμε στη διδασκαλία, πόσο μάλλον η ένταξή μας στο πανεπιστήμιο. Το κόστος μετακίνησης και διαμονής δεν καλύπτεται επ’ ουδενί από την παρεχόμενη αποζημίωση, ειδικά όταν πληρωνόμαστε μήνες μετά την έναρξη της εργασίας και επωμιζόμαστε καθημερινά τα έξοδα αυτά. Αυτές οι «τεχνικές» λεπτομέρειες δείχνουν την υποτίμηση της ζωής και της εργασίας μας και είναι ένα μέρος μόνο των εργασιακών συνθηκών που μοιραζόμαστε οι ερευνητές, οι διδάσκουσες, οι υπότροφοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα τη χώρας – στα ΑΕΙ, στο ΕΑΠ, στα κέντρα υποτροφιών.

Ζούμε σε ένα καθεστώς μόνιμου άγχους για την καθημερινή μας επιβίωση· για τη συντήρηση των ακαδημαϊκών μας δεσμών, στους οποίους επενδύουμε συστηματικά· για την προετοιμασία των μαθημάτων που εκ των προτέρων θα είναι ατελής· για το αν θα βρισκόμαστε ξανά στις αίθουσες ή σε κάποιο πρόγραμμα την επόμενη χρονιά, πόσο μάλλον όταν ο χρόνος για τον σχεδιασμό του μέλλοντός μας καταναλώνεται στις διδακτικές και συγγραφικές μας υποχρεώσεις. Αυτές οι εκπαιδευτικές συνθήκες ματαιώνουν την εργασία μας και αποκόπτουν τους δεσμούς μας από τα πανεπιστήμια, τους/τις συναδέλφους, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες μας. Κανείς και καμιά εκπαιδευτικός σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης δεν μπορεί με αυτούς τους όρους να παράσχει έργο που να δημιουργεί σχέσεις με βάθος και ορίζοντα.

Έχουμε ταυτιστεί με τη διδασκαλία και την έρευνά μας και διεκδικούμε την ορατότητα της εργασίας μας και των επισφαλών συνθηκών στις οποίες διενεργείται. Η μη αναγνώριση των δικαιωμάτων μας την καθιστά πολύ πιο δύσκολη και περιορίζει τη δυνατότητά μας να παράγουμε ερευνητικό έργο και να κάνουμε δημοσιεύσεις όπως επιβάλλεται. Για πολλές από εμάς, η μόνη διέξοδος είναι να δουλεύουμε σε πολλαπλά προγράμματα, σε εποχιακές ή εφήμερες θέσεις, εντός και εκτός πανεπιστημίου, υποβαθμίζοντας την καθημερινή μας ζωή αλλά και την ποιότητα της δουλειάς μας. Δεν μπορούμε και δε θέλουμε πια να είμαστε αόρατες. Βλέπουμε τις ζωές μας να αναλώνονται σε έναν συνεχή ανταγωνισμό για το ποια από εμάς θα είναι πιο ικανή ή πιο τυχερή για να πάρει το «χρίσμα» ή να διατηρεί καλές, δηλαδή «προνομιακές» σχέσεις και να περάσει στην άλλη όχθη, αυτή της μόνιμης εργασίας στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την ίδια στιγμή που οι υπόλοιπες/οι θα συνεχίσουμε να είμαστε επισφαλείς ώσπου το σύστημα να μας ξεβράσει εντελώς λόγω ηλικίας.

Διεκδικούμε:

  1. Να αμείβεται η συμμετοχή σε κάθε εκπαιδευτική/ πολιτιστική εκδήλωση

  2. Να δημιουργηθεί ειδικό καθεστώς μισθωτής εργασίας για τις ερευνήτριες και συμβασιούχους διδάσκοντες

  3. Να απαλλαγούν τα προγράμματα υποτροφιών και έρευνας από τον ΦΠΑ

  4. Επιτέλους να αμείβονται οι υπότροφοι, ερευνητές και συμβασιούχοι διδάσκοντες σε μηνιαία βάση

  5. Να αλλάξει το καθεστώς συμμετοχής στα συμβούλια των τμημάτων και στα κέντρα λήψης αποφάσεων των πανεπιστημίων

Η θεσμοθέτηση της επισφάλειας στα Πανεπιστήμια, με τη διεύρυνση και θεσμοθέτηση του καθεστώτος του ελεύθερου επαγγελματία στις κατηγορίες των διδασκόντων και ερευνητών, συντελεί στην ουσιαστική υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας. Συγχρόνως, αυτή η υποβάθμιση αποκρύπτεται από τις ρητορικές για την «υπεράσπιση» του δημόσιου Πανεπιστήμιου – την οποία και εμείς οφείλουμε να τελέσουμε. Τέτοιες ρητορικές μάς προβληματίζουν όταν εισάγουν μέσω των σωμάτων μας τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα πρότυπα – γεγονός που κάνει ακόμα πιο κρίσιμο το ερώτημα: Τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;

Γιατί ένα Πανεπιστήμιο να παράγει διακριτές κατηγορίες εργαζομένων όταν αυτοί κάνουν ακριβώς την ίδια διδακτική εργασία; Όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί μας, δεν είμαστε ελεύθεροι επιχειρηματίες, δεν έχουμε επιχειρήσεις και δεν θεωρούμε τους φοιτητές μας πελάτες. Το δημόσιο Πανεπιστήμιο απαιτεί πολιτική φαντασία από όλες και όλους μας και σας καλούμε να διαμορφώσουμε από κοινού άλλα εργασιακά καθεστώτα που να αναγνωρίζουν και να διαφυλάσσουν τη συμβολή μας στην παραγωγή γνώσης.

 

85.42.1

Επισφαλώς εργαζόμενες/οι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση